Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Ρίχνω δροσιά σε ό,τι προορίζω
αποκλειστικά δικό μου
ένα κεράσι άφησα στη γλώσσα
ένα φιλί σκαρφαλωμένο στο πλάτανο
για να ΄χει ρίζες.
Μια κάμαρα στον φάρο
το άλμα στο γαλάζιο πέλαγος
κι ο φιόγκος στους γυμνούς ώμους
που με πονά όταν τον λύνεις.
Λέξεις κρεμασμένες στις ανοιχτές κουρτίνες
και ένα μάτσο λευκοί κρίνοι
η μυρωδιά να μεθάει την αθωότητα.
Οι μέλισσες να γονιμοποιούν τα αισθήματα
και άλλες φορές να μου προσφέρουν μέλι
και άλλες δηλητήριο.
Στα σώματα μεγαλώνουν άγριες ανεμώνες
πραγματική ζωή στην αγκαλιά σου μέσα
τα σώματα να γίνονται χλόη και πορτοκάλια.
Το κενό να γίνεται γαλάζια γάζα που φτερουγίζει
ως αργά το καλοκαίρι στις παραλίες
που ανάβουν τα καντήλέρια του ουρανού
να φέγγουν την αγάπη.
Η μονάκριβη μέρα που αφήνεται σε τρελό χορό
με όσους αγάπησε να τη διεκδικούν από την αρχή.
Κι εσένα που ο χρόνος δε σε άγγιξε
να πλέκεις πάντα του χρόνου πεταλούδες
μες τα σγουρά μαλλιά
και κορδέλες που ανεμίζουν τη κτήση.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Φοβόμουν το σπαραγμό
των ανυποψίαστων.
Ένιωθα μια αμφιβολία αν
τα θύματα ήταν τα όνειρα
Ότι κυλούσε από τα μάτια
τα έκανα αλυσίδες αισθητικής φύσεως
από κείνες που φοράω στο λαιμό
μαζί με ένα κομμάτι παζλ.
Κι όμως στην εξομολόγηση
κάτω από μια φωτογραφία
του ιερού μου έρωτα ψιθύριζοντας
είπα πως αγαπώ τα βράδια
που ξαπλώνουμε χωρίς να με αγγίζει.
Έτσι και αλλιώς είχα και πληγές και σημάδια
μα κείνο που λαχταρούσα να μου δώσουν ,
ήταν στη χούφτα μια παιδική χαρά
και ένα καρουζέλ
γεμάτο με λαμπιόνια
και ένα φάρο μες τα μάτια.
Μα έμεινα θάλασσα τρικυμιώδης
πάνω μου φύτρωσαν κίτρινοι ασπάλαθοι
και γίνηκε δύσκολη η σκέψη
συνηθισμένη στην ανομβρία
και σε επισκέψεις μελισσών
σε πλήρη νηνεμία.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Κρατώντας το χέρι της ανακαλύπτει
την άκρη του κόσμου καθώς γνωρίζει
το ονομά της ,τα χείλη της
τη γραμμή της νύχτας που γέρνει στo πάτωμα.
Όλα τα υπόλοιπα κρεμασμένα στα δέντρα
κάπου απ' έξω οι δίχως σημασία αλήθειες
να μπορούν να φρεσκάρουν τα ψέματα
της ψυχής του
σαν το κομμάτι του ψωμιού
που κόβει με τα χέρια ανυπόμονα τα μεσημέρια.
Μια τεχνητή ανάσα κάτι ας τρέμει
η γλώσσα στο στόμα κλεισμένη σε πύργους
αφήνει στους δράκους τη φλόγα
εκείνος θα ανάψει τη σόμπα θα βάλει τα χέρια
θα ζεστάνει τα ψέματα
και θα κοιμηθεί πάνω στο περίγραμμα της απουσίας της.
Όλα κανονισμένα αργότερα θα ασβεστώσει
αυτές τις απρόσκλητες μουτζούρες
και με ένα εκτυφλωτικό λευκό στα μάτια
θα σηκωθεί να πάει στη δουλειά.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Λατρεμένη Άνοιξη
φώλιασες στις άγριες μαργαρίτες
των παιδικών μου ονείρων
έπλεξες στεφάνι στα μαλλιά
συναισθήματα των μαγεμένων ανέμων
που σε ακούμπησαν.
Κι ύστερα κάθησες πίσω από το αυτί
σαν μονάκριβο στολίδι
και σαν ψίθυρος από το θρόισμα
λουλουδιού που ανοίγει την αυγή.
Κι εγώ άλαλη στην ομορφιά σου
παραδίνομαι στο δάκρυ της κληματαριάς
που σκεπάζει τον ήλιο
μη θέλοντας να θαμπώσει τις αισθήσεις.
Κανένας σου λέω ξανά και ξανά
περιφραγμένος ορίζοντας στην αγάπη μου

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Δε θυμάμαι πότε έγινα παιδί.
Συνέβη ένα βράδυ που κοιμόμουν
και μια άλλη νύχτα που βρέθηκα
στο κόσμο των μυθικών ομιλιών.
Έπειτα έμπλεξα τα δάχτυλα
σαν να ΄τανε μνήμη ή λογική
που ονειρεύεται να μεγαλώσει
μαδώντας με τα χείλη φιλιά.
Έξω από το χρόνο
ακούω ανυπόμονες ανάσες
που επιδερμικές δε μου μοιάζουν.
Και δε θυμάμαι πια αν είμαι
γυναίκα ή παιδί.