Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Στο χρόνο χάθηκε ο χρόνος και η στιγμή
υπήρξε στιγμή ,υπήρξε κι ο χρόνος
εκείνος ο βιαστικός μετρήσιμος σε δευτερόλεπτα.
Ο χρόνος σε λέξη πότε; Ξανά και ξανά
μια βουή στο μυαλό τίποτα άλλο. Είχα ένα δευτερόλεπτο να κλάψω κι ένα ακόμα να ταιριάξω τις λέξεις να σβήσω με λογικές διεργασίες το όνειρο. Μου δόθηκε ακόμα η ευκαιρία για να τρέξουν τα λεπτά ζωή σε μηχανή αναζήτησης ζωής. Εγώ άλλα επιθυμούσα να βγάλω το κίτρινο από τα μάρμαρα τη σκουριά των αρτηριών να ακουμπήσω τα χέρια μου στο συναισθηματικό αίμα. Τα παλιά σημάδια έγιναν στρείδια κλειστά. Τις ουλές έκανα τραγούδια του χρόνου μου αρμαθιές αποξηραμένων λουλουδιών στο παλιό σπίτι θαμμένα κοχύλια στη παραλία για ονειρικούς ήλιους και μια κούκλα δίπλα στο κάδο. Αναπνέω με δυσκολία στη βίωση χρονό-σωμάτων δε χρειάζεται να τρομάξω κανέναν με τους κανόνες αναλογιών του παιχνιδιού. Αρχίζω και μετράω από την αρχή με το δικό μου το τρόπο. Έξω από το στημένο παιχνίδι ίσως να νιώσω ελεύθερη θα νιώσω έρωτα δυνατό στο δευτερόλεπτο.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Γιορτή ξαφνικού ιλίγγου
και στον λαβύρινθο φλόγες
ατίθασες που ανεβαίνουν στον ουρανό ανεξήγητες θεικές ώρες. Απροδιόριστα κουβαλώντας φωτογραφική μνήμη και μάτια που κοιτάζονται σε καθρέφτες σπασμένους. Στο δωμάτιο αίσθηση σχοινιού και τυλιγμένα τα ανακατωμένα σεντόνια στα δάχτυλα. Έξω στο κόσμο κάποιος νιώθει 
να καίγεται από έρωτα. 

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Τα βράδια μιλάω με εκείνα που φέγγουν
αόρατα δεσμά που δε λύνονται με τις λέξεις
οι κρίκοι στα αυτιά
η αλυσίδα στο λαιμό ακόμα και το ρολόι
εκείνα που έδεσα μόνη μου.
Από πάνω απλώνεται
ένα ασημένιο φεγγάρι
κάπου χρυσίζουν σταφύλια
που δεν δοκιμάζω.
Στίβω στα χέρια και μεθώ από την αψάδα τους
στα χείλη δεν τα ακουμπώ
προβλέψιμη γεύση δε μου αρέσει.
Πέρασε καιρός πίστης σε πρωτόγονη αρχή
κι αγάπησα με πάθος
όμοιους με εμένα
που δε ξέρουν τις εξαρτήσεις τους
ονειροπόλοι λαμπυρίζοντες
σαν πυγολαμπίδες σε αμπελώνες
συλλογείς καθαρού φωτός.
Κατοικώ σε ένα εύκρατο χωράφι
που καρτερικά περιμένει την εποχή του τρύγου
και όταν σβήνουν οι αντοχές των φυσικών δυνάμεων
ακουμπώ αόρατα γράμματα στο στυπόχαρτο
που σαν μελάνι ρουφάει τα θέλω.
Κανείς το ξημέρωμα δεν καταλαβαίνει γιατί
το βράδυ ήταν τόσο μεγάλο.